Η ασφάλεια και η κατοικία πάνω από τα εργολαβικά συμφέροντα
Επτά μήνες μετά τις πρώτες ρηγματώσεις στις πολυκατοικίες της Κυψέλης, οι κάτοικοι εξακολουθούν να αγωνίζονται για τα αυτονόητα: να γνωρίζουν την πραγματική κατάσταση των σπιτιών τους, να αισθάνονται ασφαλείς μέσα σε αυτά και να αποκατασταθούν πλήρως οι ζημιές που έχουν υποστεί. Κι όμως, αντί για σαφείς απαντήσεις και συγκεκριμένες δεσμεύσεις, βρίσκονται εδώ και μήνες αντιμέτωποι με καθυστερήσεις, ελλιπή ενημέρωση και μια διαρκή προσπάθεια υποβάθμισης του προβλήματος.
Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών αποκαλύπτουν το μέγεθος των ευθυνών της κυβέρνησης, της Ελληνικό Μετρό και της αναδόχου κοινοπραξίας. Παράλληλα, αναδεικνύουν πόσο καθοριστική υπήρξε η συλλογική οργάνωση των κατοίκων, που με τις συνεχείς παρεμβάσεις και κινητοποιήσεις τους κατάφεραν να φέρουν στο φως στοιχεία τα οποία θα έπρεπε εξαρχής να είναι δημόσια και προσβάσιμα.
Τον Αύγουστο, ενώ οι κάτοικοι ζητούσαν επίμονα πλήρη ενημέρωση, διαβιβάστηκαν τεχνικά στοιχεία για 14 κτήρια, συνοδευόμενα μάλιστα από όρους εμπιστευτικότητας. Τον Σεπτέμβριο ήρθαν στη δημοσιότητα μετρήσεις που κατέγραφαν καθιζήσεις έως και 55 χιλιοστά, όταν το αντίστοιχο όριο παρακολούθησης ήταν 15 χιλιοστά. Πρόκειται για μια τεράστια απόκλιση από τις προβλέψεις, που γεννά εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθούνταν οι μετακινήσεις του εδάφους και, κυρίως, για τα μέτρα που ελήφθησαν όταν διαπιστώθηκε η υπέρβαση των ορίων. Στο μεταξύ, οι κάτοικοι συνεχίζουν να καταγράφουν νέες ρηγματώσεις, γεγονός που καθιστά αναγκαία την επικαιροποίηση των αυτοψιών που είχαν πραγματοποιηθεί την άνοιξη. Η
Οι ενδιάμεσες πραγματογνωμοσύνες του ΤΕΕ, που παραδόθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου για τις πρώτες 14 πολυκατοικίες, επιβεβαίωσαν τη σοβαρότητα του προβλήματος. Καταγράφουν σοβαρή απομείωση της αντίστασης στοιχείων σκυροδέματος και τοιχοποιίας και προτείνουν εκτεταμένες επεμβάσεις, η πραγματοποίηση των οποίων είναι ιδιαίτερα δύσκολη σε κτήρια που κατοικούνται. Λίγο αργότερα ανατέθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για ακόμη έξι πολυκατοικίες, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό σε 20, ενώ η Πρωτοβουλία Κατοίκων Κυψέλης έχει αναφέρει βλάβες σε τουλάχιστον 25.
Ως μηχανικοί γνωρίζουμε ότι η αξιολόγηση τέτοιων βλαβών δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά. Ακόμη και όταν οι ρηγματώσεις αφορούν τοιχοπληρώσεις και όχι τον φέροντα οργανισμό, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σε όλες τις περιπτώσεις ως επιφανειακές ζημιές. Συχνά, αποτελούν ένδειξη καθιζήσεων και σε τέτοια περίπτωση, απαιτείται να εξεταστεί συνολικά η αλληλεπίδραση εδάφους, θεμελίωσης και κατασκευής. Επιπλέον, έχει αποδειχθεί ότι οι τοιχοπληρώσεις συμβάλλουν ουσιαστικά στη σεισμική απόκριση των παλαιών κτιρίων, ιδιαίτερα των κτιρίων από οπλισμένο σκυρόδεμα που έχουν κατασκευαστεί με παλαιότερους αντισεισμικούς κανονισμούς ή χωρίς αντισεισμικό. Αντίστοιχα, για την ουσιαστική πιστοποίηση της ασφάλειας ενός κτηρίου σε μελλοντικό σεισμό, χρειάζεται να γνωρίζουμε τι έχει μεταβληθεί στη συμπεριφορά του και ποια είναι σήμερα η πραγματική του ικανότητα να παραλάβει τα φορτία για τα οποία προορίζεται. Τέλος, σε σχέση με το ζήτημα της παλαιότητας των πολυκατοικιών και της ενδεχόμενης προ υπάρχουσας τρωτότητάς, τα δεδομένα αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται εκ των υστέρων ως δικαιολογία για τις ζημιές που προκύπτουν. Ήταν δεδομένα που όφειλαν να έχουν συνεκτιμηθεί στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση του έργου, επιβάλλοντας αυξημένα μέτρα πρόληψης και προστασίας.
Το ζήτημα της ασφάλειας, όμως, δεν αφορά μόνο τις κατοικίες. Στην Κυψέλη και κατά μήκος της χάραξης βρίσκονται και σχολικά κτήρια, για τα οποία οι εκπαιδευτικοί έχουν ζητήσει, ήδη από το καλοκαίρι, συγκεκριμένες απαντήσεις σχετικά με τους ελέγχους και τις μελέτες τρωτότητας που έχουν πραγματοποιηθεί. Το αίτημα επανήλθε τον Σεπτέμβριο, με την απαίτηση να γίνουν πλήρεις στατικοί έλεγχοι και στα σχολεία της περιοχής. Τα σχολεία, ως κτήρια αυξημένης σπουδαιότητας, δεν μπορούν να μένουν εκτός της τεχνικής αξιολόγησης. Απαιτούνται έλεγχοι και πλήρης ενημέρωση για όσα βρίσκονται στη ζώνη επιρροής του έργου, ώστε να διασφαλιστεί η προστασία μαθητών και εκπαιδευτικών.
Ακόμη σοβαρότερα ερωτήματα για τις ευθύνες των εμπλεκομένων δημιουργούν όσα αποκαλύφθηκαν τον Οκτώβριο σχετικά με την εσωτερική αλληλογραφία της Ελληνικό Μετρό και της αναδόχου κοινοπραξίας.
Στην επιστολή της 6ης Μαΐου, η Ελληνικό Μετρό κατέγραφε ήδη υπερβάσεις των ορίων συναγερμού, βλάβες και άλλα συμβάντα σε 18 από τα 24 κτήρια του εξεταζόμενου τμήματος, επισημαίνοντας μάλιστα ότι τα φαινόμενα είχαν μεγάλη χωρική και χρονική έκταση. Στο ίδιο έγγραφο αμφισβητούσε τις εξηγήσεις της αναδόχου, υπογραμμίζοντας ότι η ετερογένεια του υπεδάφους, η μικρή απόσταση της σήραγγας από τις υπερκείμενες κατασκευές και η πιθανή παρουσία παλαιών φρεάτων ήταν στοιχεία γνωστά ήδη από τη φάση του σχεδιασμού. Ζητούσε, μεταξύ άλλων, προσαρμογή των μελετών, πρόσθετους ελέγχους και ουσιαστικότερη εμπλοκή των εξειδικευμένων στελεχών της κοινοπραξίας. Επομένως, οι αρμόδιοι γνώριζαν ότι υπήρχε πρόβλημα, γνώριζαν την έκτασή του και είχαν ήδη διαπιστώσει ότι τα μέτρα που εφαρμόζονταν δεν επαρκούσαν για την αντιμετώπισή του. Κι όμως, είχαν προηγηθεί επανειλημμένες διακοπές και επανεκκινήσεις του μετροπόντικα, με την έγκριση της Ελληνικό Μετρό. Η διάνοιξη συνεχίστηκε μέχρι την οριστική αναστολή των εργασιών στις 8 Μαΐου, η οποία έγινε δημόσια γνωστή μόλις στις 15 Ιουλίου. Τότε, μάλιστα, η επίσημη εξήγηση επικεντρώθηκε στις μη αναμενόμενες γεωλογικές συνθήκες, παρότι η προηγούμενη εσωτερική αλληλογραφία αμφισβητούσε ακριβώς αυτή την αιτιολόγηση.
Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, να καταγράφονται τόσο σοβαρές υπερβάσεις και βλάβες, να εκφράζεται εσωτερικά έντονη ανησυχία και ταυτόχρονα να εγκρίνεται η συνέχιση των εργασιών; Με ποια τεχνικά δεδομένα αποφασιζόταν κάθε επανεκκίνηση και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τις αποφάσεις αυτές;
Τα ερωτήματα δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητα. Ο ανάδοχος έχει την ευθύνη της εκτέλεσης, η Ελληνικό Μετρό της έγκρισης και της επίβλεψης, ενώ η κυβέρνηση φέρει την πολιτική ευθύνη της εποπτείας του έργου. Η προσπάθεια μετακύλισης των ευθυνών από τον έναν στον άλλον δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός ότι οι κάτοικοι παραμένουν αντιμέτωποι με τις συνέπειες αυτών των επιλογών. Η κυβέρνηση είναι ανήκουστο να δηλώνει και μάλιστα μέσω υπουργού της ότι «δεν αναζητεί το λάθος». Η πλήρης διερεύνηση των αιτίων και η απόδοση ευθυνών αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για να μην επαναληφθούν αντίστοιχα φαινόμενα.
Την ίδια στιγμή, η ανάδοχος κοινοπραξία αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να διεκδικήσει πρόσθετες αποζημιώσεις από το Δημόσιο για την πολύμηνη ακινητοποίηση του μετροπόντικα, επικαλούμενη το κόστος προσωπικού και εξοπλισμού. Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς πώς μπορεί να συζητείται η αποζημίωση του εργολάβου, όταν δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί οι ευθύνες για τα προβλήματα που οδήγησαν στη διακοπή, ενώ οι κάτοικοι εξακολουθούν να περιμένουν την αποκατάσταση των σπιτιών τους. Θα κληθούν άραγε οι φορολογούμενοι μέσω του κρατικού προϋπολογισμού να πληρώσουν τελικά από την τσέπη τους τις αποζημιώσεις που θα ζητήσουν οι ανάδοχοι για καθυστερήσεις τις οποίες ακόμη δεν έχουν αποδοθεί ευθύνες;
Εξίσου αποκαλυπτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το αίτημα των κατοίκων να έχουν πρόσβαση στα τεχνικά στοιχεία. Χρειάστηκε η έκδοση προσωρινής δικαστικής διαταγής στις 8 Οκτωβρίου, ώστε να υποχρεωθεί η Ελληνικό Μετρό να χορηγήσει έγγραφα που αφορούν άμεσα την ασφάλεια των κατοικιών τους. Μετρήσεις μετακινήσεων, μελέτες τρωτότητας, ημερολόγια έργου και εκθέσεις βλαβών δεν μπορεί να αποτελούν προνομιακή γνώση των εταιρειών, την ώρα που οι κάτοικοι καλούνται να ζήσουν με τις συνέπειες του έργου. Η επίκληση της εμπιστευτικότητας και η αποσπασματική παροχή στοιχείων εμποδίζουν τον ανεξάρτητο τεχνικό έλεγχο και δυσχεραίνουν τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πληγέντων. Είναι απαράδεκτο να απαιτείται δικαστικός αγώνας για να αποκτήσουν οι πολίτες πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν τα ίδια τους τα σπίτια.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ταυτόχρονα σημαντική δικαίωση της συλλογικής κινητοποίησης των κατοίκων. Χωρίς τη συστηματική τους παρέμβαση, την τεχνική και νομική υποστήριξή τους και την επιμονή τους να δημοσιοποιηθεί το πρόβλημα, δύσκολα θα είχαν υπάρξει οι σημερινές δεσμεύσεις. Γι’ αυτό και κάθε προσπάθεια να παρουσιαστούν ως υπεύθυνοι για τις καθυστερήσεις του έργου πρέπει να αποκρουστεί.
Η αποκατάσταση δεν μπορεί να γίνει με πρόχειρες επισκευές και αόριστες υποσχέσεις
Για να ξεκινήσουν οι εργασίες αποκατάστασης, δεν αρκεί η διαβεβαίωση της αναδόχου ότι υπάρχουν διαθέσιμα συνεργεία. Οι κάτοικοι πρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποιες ακριβώς εργασίες θα γίνουν στο κτήριό τους και βάσει ποιών μελετών, με ποιες τεχνικές μεθόδους, σε ποιο χρονικό διάστημα και υπό ποια επίβλεψη. Οι συγκεκριμένες μελέτες αποκατάστασης και το δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα παραμένουν, ωστόσο, σε εκκρεμότητα.
Πρώτο και απαραίτητο βήμα είναι η πλήρης καταγραφή των ζημιών, σε όλα τα διαμερίσματα και τους κοινόχρηστους χώρους, συμπεριλαμβανομένων των δομικών στοιχείων. Οι εκθέσεις που συντάχθηκαν την άνοιξη δεν μπορούν να θεωρούνται επαρκείς, όταν στο μεταξύ έχουν εμφανιστεί νέες ρωγμές. Η επικαιροποίησή τους, με τη συμμετοχή και τη συνυπογραφή των εμπλεκόμενων μηχανικών, είναι αναγκαία τόσο για τον σωστό σχεδιασμό των επεμβάσεων όσο και για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των κατοίκων. Ταυτόχρονα, όπου διαπιστώνεται ανάγκη λήψης επειγόντων μέτρων προστασίας, αυτά πρέπει να εφαρμόζονται αμέσως, με την αντίστοιχη τεχνική τεκμηρίωση.
Αφού αποτυπωθεί η πραγματική κατάσταση κάθε κτηρίου, πρέπει να ακολουθήσουν συγκεκριμένες μελέτες στατικής επάρκειας και, όπου απαιτείται, επεμβάσεων και ενισχύσεων. Χρειάζεται να προσδιοριστούν τα πραγματικά αίτια των βλαβών προκειμένου να σχεδιαστούν ορθά οι επεμβάσεις, οι θέσεις όπου θα γίνουν, τα υλικά και οι μέθοδοι που θα χρησιμοποιηθούν
Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι και το ζήτημα της προσωρινής απομάκρυνσης των κατοίκων. Οι πραγματογνωμοσύνες περιγράφουν επεμβάσεις που είναι δύσκολο να πραγματοποιηθούν σε κατοικημένα κτήρια, ενώ στη συνάντηση της 16ης Οκτωβρίου παρέμενε ανοιχτή η αξιολόγηση του ΤΕΕ για την ενδεχόμενη απομάκρυνση κατοίκων από συγκεκριμένο κτήριο. Δεν μπορεί να ζητείται από τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους χωρίς να γνωρίζουν πού θα μείνουν, για πόσο χρονικό διάστημα και με ποιους όρους. Για κάθε πολυκατοικία απαιτείται συγκεκριμένο και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα, ενώ όπου χρειάζεται προσωρινή μεταστέγαση πρέπει να έχει εξασφαλιστεί εκ των προτέρων κατάλληλη κατοικία, με κάλυψη όλων των εξόδων μετακίνησης, διαμονής και προστασίας της οικοσκευής από τον ανάδοχο και με κρατική εγγύηση. Αντίστοιχη μέριμνα χρειάζεται για τις ιδιαίτερες ανάγκες παιδιών, ηλικιωμένων και ατόμων με αναπηρία, με ισότιμη προστασία τόσο των ιδιοκτητών όσο και των ενοικιαστών.
Η ευθύνη, βέβαια, δεν τελειώνει με την ολοκλήρωση των επισκευών. Οι κάτοικοι δικαιούνται πλήρη αποζημίωση για κάθε αποδεδειγμένη ζημιά που συνδέεται με το έργο, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας χρήσης και της υποβάθμισης της αξίας των ακινήτων τους. Καμία οικονομική επιβάρυνση δεν πρέπει να μετακυλιστεί στους πληγέντες και καμία παραίτηση από μελλοντικές αξιώσεις δεν μπορεί να τίθεται ως όρος για την αποκατάσταση των κατοικιών τους. Εξίσου αναγκαίες είναι οι μακροχρόνιες εγγυήσεις. Τι θα συμβεί αν μετά από χρόνια εμφανιστούν νέες βλάβες που αποδεδειγμένα συνδέονται με την κατασκευή ή τη λειτουργία της γραμμής; Οι κάτοικοι δεν μπορεί να βρεθούν και πάλι μόνοι τους να αποδεικνύουν τα αυτονόητα και να αναλαμβάνουν το κόστος των συνεπειών ενός δημόσιου έργου.
Γι’ αυτό χρειάζεται να δημιουργηθεί πλήρης τεχνικός φάκελος για κάθε επηρεαζόμενο κτήριο, όπου θα καταγράφονται όλες οι μετρήσεις, οι βλάβες, οι εργασίες αποκατάστασης και οι μεταγενέστεροι έλεγχοι. Η παρακολούθηση της συμπεριφοράς των κατασκευών πρέπει να συνεχιστεί και μετά την ολοκλήρωση της διάνοιξης, κατά τη λειτουργία της γραμμής, με ανεξάρτητη αξιολόγηση και ουσιαστική πρόσβαση των κατοίκων στα δεδομένα.
Καμία επανεκκίνηση χωρίς τεκμηριωμένη ασφάλεια
Οι εξελίξεις στην Κυψέλη καθιστούν σαφές ότι η επανεκκίνηση του μετροπόντικα δεν μπορεί να αποφασιστεί αποκλειστικά με κριτήριο την πρόοδο του έργου. Πρέπει να προηγηθούν όλες οι αναγκαίες τεχνικές διερευνήσεις και να εφαρμοστούν τα μέτρα προστασίας που θα διασφαλίζουν ότι δεν θα επαναληφθούν τα ίδια φαινόμενα.
Η νέα ανεξάρτητη αξιολόγηση που ανακοινώθηκε τον Οκτώβριο οφείλει να έχει σαφές αντικείμενο, πλήρη πρόσβαση στα διαθέσιμα στοιχεία και δημόσια πορίσματα. Με επικαιροποιημένες μελέτες τρωτότητας και διάνοιξης, συνεχής παρακολούθηση των μετακινήσεων και συγκεκριμένο πρωτόκολλο αντίδρασης όταν διαπιστώνονται υπερβάσεις των προβλεπόμενων ορίων. Πρέπει να είναι απολύτως σαφές πότε διακόπτονται οι εργασίες, ποια μέτρα λαμβάνονται και με ποιες προϋποθέσεις επιτρέπεται η επανεκκίνησή τους.
Σε αυτή την υπόθεση, ιδιαίτερη ευθύνη έχει και το ΤΕΕ. Είναι απαράδεκτο στην πρώτη δημόσια παρέμβασή του, δια στόματος προέδρου Στασινού, να εξαντλείται σε καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις. Οφείλει να συμβάλλει στην επιστημονική ανεξαρτησία των ελέγχων και την εφαρμογή των τεχνικών υποδείξεων, απαιτώντας πλήρη διαφάνεια και λογοδοσία από όλους τους εμπλεκόμενους.
Η ανάγκη για σύγχρονες, ασφαλείς και προσιτές δημόσιες συγκοινωνίες είναι δεδομένη. Δεν μπορεί όμως η κατασκευή ενός έργου που υποτίθεται ότι υπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας να γίνεται εις βάρος της ασφάλειας και της κατοικίας των ανθρώπων που ζουν κατά μήκος της χάραξής του. Η προστασία τους δεν είναι εμπόδιο στην πρόοδο του έργου, ούτε μπορεί να υποτάσσεται στα εργολαβικά χρονοδιαγράμματα και στην πολιτική διαχείριση του κόστους.
Ως ΑΡΑΓέΣ, στεκόμαστε στο πλευρό των κατοίκων της Κυψέλης και στηρίζουμε τις διεκδικήσεις τους. Παλεύουμε για δημόσια έργα που υπηρετούν τις κοινωνικές ανάγκες, με ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο, διαφάνεια και προστασία των εργαζομένων και των γειτονιών.
Η ασφάλεια των κατοίκων η προστασία της κατοικίας τους και των σχολικών κτηρίων δεν είναι διαπραγματεύσιμες. Απαιτούμε πλήρη αποκατάσταση των ζημιών, απόδοση ευθυνών και καμία οικονομική επιβάρυνση των πληγέντων.
