Δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα: το πρόβλημα δεν είναι μόνο η φωτιά

Του Νίκου Γιαννάκου, Μηχανολόγου Μηχανικού, μέλους της ΑΡΑΓΕΣ

Το καλοκαίρι του 2026 ήρθε να επιβεβαιώσει για ακόμα μια φορά και ξανά με σκληρό τρόπο την πλήρη ανυπαρξία πολιτικού σχεδίου και βούλησης για την αντιμετώπιση των πυρκαγιών στη χώρα μας. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, μεγάλα μέτωπα στο Ρέθυμνο, στη Βοιωτία, στη Φωκίδα, στη Λοκρίδα, στη δυτική Αττική, στην Πάρο και αλλού άφησαν πίσω τους διαδοχικές εκκενώσεις, δεκάδες καμένα σπίτια, χιλιάδες στρέμματα δασικών και αγροτοδασικών εκτάσεων, νεκρούς πυροσβέστες στη Νέα Κρύα Βρύση Ρεθύμνου και τη φονική σύγκρουση πυροσβεστικών ελικοπτέρων στη δυτική Αττική. Δεν πρόκειται για έκτακτη παρέκκλιση από μια λειτουργική κανονικότητα. Είναι η ίδια κανονικότητα που επιστρέφει κάθε καλοκαίρι: πρώτα η φωτιά αφήνεται να γίνει κρίση, ύστερα έρχονται τα μηνύματα του 112, τα εναέρια μέσα, οι εκκενώσεις, οι απολογισμοί και οι διαβεβαιώσεις ότι ο μηχανισμός άντεξε.1

Οι δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα αντιμετωπίζονται σχεδόν πάντα τη στιγμή της καταστροφής. Κάθε καλοκαίρι, και ιδίως μετά από κάθε μεγάλη φωτιά, η δημόσια συζήτηση επιστρέφει στα ίδια ερωτήματα: Υπήρχαν αρκετά εναέρια μέσα; Λειτούργησε ο συντονισμός; Έγιναν εγκαίρως οι εκκενώσεις; Λειτούργησε το 112; Τα ερωτήματα αυτά δεν αρκούν. Αφορούν κυρίως τη στιγμή που η φωτιά έχει ήδη εκδηλωθεί. Το κρίσιμο ζήτημα βρίσκεται πολύ νωρίτερα: στο πώς διαχειριζόμαστε —ή δεν διαχειριζόμαστε— τα δάση, την ύπαιθρο, τις χρήσεις γης, τις παρυφές των οικισμών και τη σχέση της κοινωνίας με τον φυσικό χώρο.

Η φωτιά είναι στοιχείο των μεσογειακών οικοσυστημάτων. Η καταστροφή, όμως, δεν είναι απλώς φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα μιας αλυσίδας παραγόντων: κλιματικών, οικολογικών, κοινωνικών, χωροταξικών, διοικητικών και πολιτικών. Μια πυρκαγιά δεν έχει τις ίδιες συνέπειες σε ένα τοπίο ενεργά διαχειριζόμενο και σε ένα τοπίο εγκαταλελειμμένο. Δεν έχει την ίδια δυναμική σε ένα δάσος όπου υπάρχει συντήρηση, βόσκηση, διαχείριση καύσιμης ύλης, πρόσβαση και επιτήρηση, και σε ένα δάσος όπου η βιομάζα συσσωρεύεται επί δεκαετίες.

Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι απλώς η πυρόσβεση. Είναι η πολιτική για το δάσος και τον χώρο, η πρόληψη που υποχωρεί μπροστά στην καταστολή, ο θεσμικός κατακερματισμός: άλλος φορέας έχει την ευθύνη της δασικής διαχείρισης, άλλος της πυρόσβεσης, άλλος της πολιτικής προστασίας, και τελικά κανείς δεν λογοδοτεί συνολικά για το αποτέλεσμα. Είναι επίσης πρόβλημα οικονομίας: ποια γη προστατεύεται, ποια γη εγκαταλείπεται, ποια γη πιέζεται από οικιστικά, τουριστικά ή επενδυτικά συμφέροντα και ποια κοινωνικά στρώματα πληρώνουν κάθε φορά το κόστος της καταστροφής.

Στη σημερινή συγκυρία, αυτό το πρόβλημα έχει συγκεκριμένη πολιτική μορφή. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να μην εφηύρε την αποδυνάμωση της δασικής πολιτικής· την έκανε όμως πιο συνεκτική, πιο ακριβή και πιο εξαρτημένη από την αγορά. Το «επιτελικό κράτος» δεν αποκατέστησε τη δημόσια ικανότητα. Επιτάχυνε την αντικατάστασή της από μισθώσεις, εργολαβίες, τεχνολογικές πλατφόρμες και επικοινωνιακή διαχείριση.

Από τη δασική διαχείριση στην καταστολή

Το ίδιο το δασικό τοπίο της Ελλάδας πρέπει να το δούμε ιστορικά και όχι σαν στατική φωτογραφία. Η σημερινή βλάστηση δεν ταυτίζεται πάντα με μια δήθεν αμετάβλητη «αρχέγονη» κατάσταση. Η φυσική μεσογειακή βλάστηση περιλάμβανε, στα χαμηλά υψόμετρα, αείφυλλα πλατύφυλλα, όπως αριές, πουρνάρια, χαρουπιές και πεύκα· στα μεσαία, μεικτά και φυλλοβόλα δάση· και στα μεγαλύτερα, κωνοφόρα και ορεινές φυτοκοινότητες. Σε βάθος χρόνου, όμως, η υλοτομία, η βόσκηση, οι καλλιέργειες, οι φωτιές, οι οικισμοί, οι πόλεμοι, η εγκατάλειψη και οι αναδασώσεις τροποποίησαν βαθιά τη σύνθεση και τη δομή των δασικών οικοσυστημάτων.2

Η μεταπολεμική Ελλάδα δεν άλλαξε μόνο οικονομικά και κοινωνικά· άλλαξε και οικολογικά. Η αστικοποίηση, η εγκατάλειψη ορεινών κοινοτήτων, η μείωση της μικρής γεωργίας και της κτηνοτροφίας, η υποχώρηση παραδοσιακών δασικών επαγγελμάτων και η επέκταση της παραθεριστικής και αυθαίρετης δόμησης δημιούργησαν ένα νέο τοπίο κινδύνου.

Στις προηγούμενες δεκαετίες, η σχέση των ανθρώπων με το δάσος ήταν συχνά μια σχέση καθημερινής χρήσης. Το ξύλο, η ρητίνη, η βόσκηση, οι μικρές καλλιέργειες, οι αγροτικοί δρόμοι, τα μονοπάτια και η παρουσία κατοίκων συγκροτούσαν ένα μωσαϊκό δραστηριοτήτων. Το μωσαϊκό αυτό δεν ήταν ιδανικό ούτε απαλλαγμένο από αντιφάσεις. Διατηρούσε, όμως, συνεχή ανθρώπινη παρουσία και πρακτική γνώση του χώρου. Το δάσος δεν ήταν ένας αφηρημένος χάρτης αρμοδιοτήτων. Ήταν τόπος εργασίας, μετακίνησης, παραγωγής και καθημερινής εμπειρίας.

Η μεγάλη θεσμική τομή ήρθε το 1998, όταν η κύρια ευθύνη της καταστολής των δασικών πυρκαγιών πέρασε από τη Δασική Υπηρεσία στο Πυροσβεστικό Σώμα. Η αλλαγή αυτή δεν ήταν απλώς διοικητική. Σήμανε τη μετατόπιση από ένα σύστημα όπου η δασοπυρόσβεση εντασσόταν οργανικά στη γνώση και τη διαχείριση του δάσους, σε ένα σύστημα όπου το βάρος μεταφέρθηκε στη διαχείριση του συμβάντος.3

Πριν από αυτή τη μεταβολή, η Δασική Υπηρεσία είχε προσωπικό με γνώση του πεδίου, εμπειρία των τοπικών οικοσυστημάτων, επαφή με τους δασικούς δρόμους, τις αντιπυρικές ζώνες, τα μονοπάτια, τις υδροληψίες, τις κλίσεις του εδάφους και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Εξίσου σημαντική ήταν η σχέση της με τους ανθρώπους που ζούσαν από το δάσος και μέσα στο δάσος: ρητινοκαλλιεργητές, δασεργάτες, κτηνοτρόφους, κατοίκους ορεινών χωριών. Οι άνθρωποι αυτοί γνώριζαν το ανάγλυφο, τους δρόμους, τις χαράδρες, τα περάσματα, τις αλλαγές του ανέμου, τα σημεία όπου η φωτιά μπορούσε να περάσει ή να ανακοπεί. Αυτή η γνώση δεν καταγράφεται εύκολα σε έναν κεντρικό επιχειρησιακό χάρτη. Είναι βιωματική, πρακτική και συχνά αναντικατάστατη.4

Η μεταφορά της αρμοδιότητας αποσύνδεσε θεσμικά τη δασοπυρόσβεση από αυτή τη μακρόχρονη γνώση του πεδίου. Η Πυροσβεστική ανέλαβε την κύρια επιχειρησιακή ευθύνη, ενώ η Δασική Υπηρεσία περιορίστηκε σταδιακά σε έναν περισσότερο γνωμοδοτικό, διοικητικό ή υποστηρικτικό ρόλο. Έτσι δημιουργήθηκε ένα δομικό κενό: εκείνοι που γνωρίζουν το δάσος δεν έχουν πλέον τον κεντρικό ρόλο στην αντιμετώπιση της φωτιάς, ενώ εκείνοι που έχουν την επιχειρησιακή ευθύνη δεν είναι οργανικά ενταγμένοι στη συνεχή διαχείριση του δασικού χώρου. Το κενό αυτό προϋπήρχε της σημερινής κυβέρνησης. Η ειδική ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι ότι όχι μόνο δεν το έκλεισε, αλλά το ενσωμάτωσε στο δικό της μοντέλο διακυβέρνησης.

Υποστελέχωση και απώλεια θεσμικής μνήμης

Η αποδυνάμωση της Δασικής Υπηρεσίας δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της μεταφοράς της δασοπυρόσβεσης. Επιταχύνθηκε και από τη γενικότερη μνημονιακή πολιτική συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα. Από το 2010 και μετά, το Δημόσιο μπήκε σε καθεστώς περιορισμού των προσλήψεων, αποχωρήσεων χωρίς επαρκή αναπλήρωση, δημοσιονομικής πίεσης και διοικητικών αναδιαρθρώσεων. Στο πεδίο των δασικών υπηρεσιών, αυτό σήμαινε κάτι πολύ πιο σοβαρό από μια απλή μείωση οργανικών θέσεων. Σήμαινε απώλεια ανθρώπων με εμπειρία δεκαετιών, γνώση συγκεκριμένων δασικών συμπλεγμάτων, επαφή με τις τοπικές κοινωνίες και ικανότητα να διαβάζουν το δάσος όχι ως αφηρημένο οικοσύστημα, αλλά ως πραγματικό χώρο με δρόμους, κλίσεις, περάσματα, υδροληψίες, επικίνδυνες θέσεις και ιστορικό πυρκαγιών.5

Η συνταξιοδότηση παλαιών υπαλλήλων χωρίς αντίστοιχη πρόσληψη και εκπαίδευση νέων δεν αφαιρεί μόνο αριθμούς από μια υπηρεσία. Αφαιρεί μνήμη. Αφαιρεί σχέσεις εμπιστοσύνης με κατοίκους ορεινών χωριών και ανθρώπους που γνώριζαν το δάσος εμπειρικά και καθημερινά. Αυτή η γνώση δεν αντικαθίσταται με ψηφιακούς χάρτες, εργολαβικές αναθέσεις ή κεντρικές οδηγίες.

Οι δασικές υπηρεσίες παρουσιάζουν σήμερα εικόνα δομικής αποδυνάμωσης: υποστελέχωση, αθρόες αποχωρήσεις/συνταξιοδοτήσεις στελεχών και επιστημονικού προσωπικού, ανάγκη προσλήψεων και διοικητικής ανασυγκρότησης. Οι υπηρεσίες που καλούνται να σηκώσουν το βάρος της πρόληψης, της διαχείρισης, των δασικών χαρτών, των έργων προστασίας και της μεταπυρικής αποκατάστασης δεν μπορούν να λειτουργήσουν ουσιαστικά όταν στερούνται προσωπικού, μέσων και διοικητικής υποστήριξης.

Το κόστος των πολιτικών επιλογών

Η εικόνα των καμένων εκτάσεων μετά το 1998 δεν αφήνει περιθώρια για διαφορετικές ερμηνείες. Τα στοιχεία δεν είναι πάντα απολύτως συγκρίσιμα, καθώς αλλάζουν οι μέθοδοι καταγραφής, οι φορείς, τα όρια χαρτογράφησης, καθώς και το αν μετριούνται όλες οι πυρκαγιές ή μόνο όσες ξεπερνούν ένα συγκεκριμένο μέγεθος. Παρ’ όλα αυτά, η τάξη μεγέθους είναι σαφής: το μοντέλο που αποσύνδεσε τη δασοπυρόσβεση από τη δασική διαχείριση δεν απέτρεψε την επανάληψη μεγάλων καταστροφών. Παρά τη μεγάλη αύξηση των μέσων καταστολής, των εναέριων επιχειρήσεων, της τεχνολογίας και της κεντρικής επιχειρησιακής κινητοποίησης, η χώρα συνεχίζει να καίει κατά μέσο όρο περίπου μισό εκατομμύριο στρέμματα τον χρόνο. Το συμπέρασμα για τη σημερινή περίοδο είναι συγκεκριμένο: μετά το 2019 η αποτυχία αντιμετωπίζεται ως μόνιμη συνθήκη, όχι ως πρόβλημα που πρέπει να λυθεί. Αντί να χτίζεται ο δημόσιος μηχανισμός που θα μείωνε τον κίνδυνο πριν από τη φωτιά, οργανώνεται η αγορά υπηρεσιών για τη στιγμή της κρίσης.6

Πίνακας 1. Καμένες εκτάσεις ανά έτος και περιοχή (περίοδος 1998–2025)

ΈτοςΠεριοχή / νομός / περιφερειακή ενότηταΚαμένη έκταση
2007Ηλεία~ 1.100.000 στρ.
Αχαΐα~ 300.000 στρ.
Λακωνία~ 220.000 στρ.
Μεσσηνία~ 10.000 στρ.
Εύβοια~ 180.000–250.000 στρ.
Πάρνηθα / Αττική – Βοιωτία~ 56.000 στρ.
2009Βορειοανατολική Αττική~ 130.000–205.000 στρ.
Νότια Εύβοια~ 54.000 στρ.
2012Χίος~ 127.000–148.000 στρ.
2018Αττική (Κινέτα και Μάτι)~ 69.000 στρ.
2021Βόρεια Εύβοια~ 508.000–510.000 στρ.
Αττική~ 244.000 στρ.
2023Έβρος / Δαδιά – Αλεξανδρούπολη~ 938.000 στρ.
Ρόδος~ 177.000 στρ.
Αττική~ 170.000 στρ.
2024Βορειοανατολική Αττική~ 100.000–104.000 στρ.
2025Χίος~ 118.000 στρ.
Αχαΐα~ 95.000 στρ.
Ζάκυνθος~ 70.000 στρ.
Κύθηρα~ 43.000 στρ.
Κορινθία / Φενεός~ 39.000 στρ.
Ανατολική Αττική~ 16.000 στρ.
Άρτα~ 13.000 στρ.

Πίνακας 2. Ετήσια καμένη έκταση στο σύνολο της χώρας (περίοδος 1998–2025)

ΈτοςΣύνολο καμένης έκτασης στη χώρα
1998~ 1.128.000 στρ.
2000~ 1.450.000–1.670.000 στρ.
2007~ 2.700.000–2.750.000 στρ.
2009~ 428.000 στρ.
2012~ 525.000 στρ.
2018~ 120.000 στρ.
2021~ 1.084.000–1.307.000 στρ.
2023~ 1.740.000–1.770.000 στρ.
2024~ 418.000 στρ.
2025~ 474.000 στρ. (έως τα τέλη Αυγούστου)

Η δασική διαχείριση ως πραγματική πρόληψη

Αν η δασοπυρόσβεση είναι η μάχη της ώρας, η δασική διαχείριση είναι η δουλειά των προηγούμενων ετών. Εκεί κρίνεται σε μεγάλο βαθμό αν μια πυρκαγιά θα παραμείνει υπό έλεγχο ή αν θα εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη καταστροφή. Η πρόληψη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια ούτε μια εποχική καμπάνια ενημέρωσης. Είναι σύνολο πρακτικών παρεμβάσεων στο δασικό και αγροδασικό τοπίο, οι οποίες μειώνουν την ένταση, την ταχύτητα και την καταστροφικότητα της φωτιάς.

Η πραγματική δασική πρόληψη περιλαμβάνει τη διαχείριση της καύσιμης ύλης, τη συντήρηση δασικών δρόμων, τη δημιουργία και τη συντήρηση αντιπυρικών ζωνών, τη φροντίδα περιαστικών δασών, την παρακολούθηση της υγείας των οικοσυστημάτων, τη βόσκηση, όπου αυτή μπορεί να λειτουργήσει θετικά, τη ρητινοκαλλιέργεια, τη δασική εργασία, την ήπια υλοτομία, την αξιοποίηση της βιομάζας και τη συνεχή παρουσία ανθρώπων που γνωρίζουν το δάσος.

Η καύσιμη ύλη είναι κεντρικό ζήτημα. Ξερά κλαδιά, πυκνή χαμηλή βλάστηση, εγκαταλελειμμένες καλλιέργειες, συσσωρευμένη βιομάζα, πευκοβελόνες, θάμνοι και νεκρή ξυλεία μπορούν, ανάλογα με το οικοσύστημα, να μετατρέψουν μια εστία φωτιάς σε μέτωπο μεγάλης έντασης. Η διαχείρισή τους δεν σημαίνει ισοπέδωση του δάσους ούτε μηχανιστικό καθαρισμό παντού. Σημαίνει στοχευμένες, επιστημονικά σχεδιασμένες παρεμβάσεις, με κριτήριο το είδος της βλάστησης, την κλίση, την πρόσβαση, την εγγύτητα σε οικισμούς, το ιστορικό πυρκαγιών και την οικολογική αξία της περιοχής.

Η εγκατάλειψη της γης δημιουργεί συνέχεια καύσιμης ύλης ανάμεσα σε διαφορετικές χρήσεις: δάση, ελαιώνες, εγκαταλελειμμένοι αγροί, θαμνώνες, χορτολιβαδικές εκτάσεις. Έτσι η φωτιά μεταφέρεται ευκολότερα από το ένα τμήμα του τοπίου στο άλλο. Επομένως, η πρόληψη πρέπει να σχεδιάζεται σε κλίμακα τοπίου, όχι μόνο σε μεμονωμένα σημεία γύρω από δρόμους ή οικισμούς.7

Η βόσκηση, όταν γίνεται οργανωμένα και με οικολογικά κριτήρια, μπορεί να συμβάλει στη μείωση της χαμηλής βλάστησης και στη διατήρηση ανοιχτών ζωνών. Η ρητινοκαλλιέργεια, ιδιαίτερα σε πευκοδάση χαλεπίου πεύκης, έχει επίσης σημασία πέρα από την οικονομική της διάσταση: δημιουργεί επαναλαμβανόμενη ανθρώπινη παρουσία μέσα στο δάσος, συντηρεί γνώση του πεδίου και μπορεί να λειτουργεί ως καθημερινός μηχανισμός παρατήρησης.

Η Βόρεια Εύβοια αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πριν από την πυρκαγιά του 2021, η ρητινοκαλλιέργεια και η μελισσοκομία συνέδεαν άμεσα την τοπική οικονομία με τα πευκοδάση της περιοχής. Η καταστροφή δεν έκαψε μόνο δέντρα. Διέκοψε βίαια μια παραγωγική και κοινωνική σχέση με το δάσος. Με την απώλεια μεγάλου μέρους των πευκοδασών χάθηκαν εισόδημα και εργασία, αλλά και η καθημερινή παρουσία ανθρώπων που γνώριζαν το δάσος και μπορούσαν να λειτουργούν ως άτυπο δίκτυο επιτήρησης, πληροφόρησης και άμεσης κινητοποίησης.8

Η δασική διαχείριση πρέπει επομένως να αντιμετωπιστεί ως παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική πολιτική ταυτόχρονα. Δεν αφορά μόνο την προστασία από τη φωτιά. Αφορά τη ζωή της υπαίθρου, την εργασία, την τοπική οικονομία, τη βιοποικιλότητα, το νερό, το έδαφος και την ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων.

Το «επιτελικό κράτος»: πρόληψη ως εργολαβία, καταστολή ως αγορά

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής. Το κράτος δεν αποσύρεται απλώς από τη δασοπροστασία. Ξοδεύει. Αλλά ξοδεύει για να αγοράζει αυτό που δεν θέλει να χτίσει ως δημόσια ικανότητα. Αγοράζει «πρόληψη» με εργολαβίες, καταστολή με μισθώσεις εναέριων μέσων, τεχνολογία με πλατφόρμες και πολιτική κάλυψη με το 112.

Το πρόγραμμα Antinero είναι το πιο καθαρό παράδειγμα της πρόληψης ως ανάθεσης. Εμφανίζεται ως εθνικό πρόγραμμα προληπτικών καθαρισμών και αντιπυρικής προστασίας. Στην πράξη, όμως, συγκεντρώνει όλες τις παθογένειες του σημερινού μοντέλου: τεράστιες δαπάνες, εργολαβική λογική, δασικές υπηρεσίες που καλούνται να επιβλέψουν ένα γιγαντιαίο έργο χωρίς το αναγκαίο προσωπικό, ασαφή περιβαλλοντικά όρια και μια επικίνδυνη ταύτιση της πρόληψης με την απομάκρυνση βλάστησης.

Το Antinero ξεκίνησε το 2022 ως πρόγραμμα προληπτικών καθαρισμών, αφαίρεσης καύσιμης ύλης και συσσωρευμένης βιομάζας, συντήρησης και διάνοιξης δασικών δρόμων και αντιπυρικών ζωνών. Το πρώτο πακέτο αφορούσε 80.000 στρέμματα σε περισσότερα από 100 δασικά οικοσυστήματα, 12.000 χιλιόμετρα δασικών δρόμων και 1.600 χιλιόμετρα αντιπυρικών ζωνών, με χρηματοδότηση 50 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και 22 εκατ. ευρώ από τον τακτικό προϋπολογισμό.8 Το Antinero III έχει πλέον λήξη στις 31 Ιουλίου 2026 και συνολικό προϋπολογισμό 521 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 420,2 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης.9

Το επίσημο αντικείμενό του περιλαμβάνει καθαρισμούς δασών και δασικών εκτάσεων, συντήρηση δασικού οδικού δικτύου, συντήρηση αντιπυρικών ζωνών, δημιουργία μικτών αντιπυρικών ζωνών, κλαδεύσεις, αραιώσεις, υλοτομίες δέντρων και θάμνων, φυτεύσεις πλατύφυλλων ειδών και αντιδιαβρωτικά ή αντιπλημμυρικά έργα σε περιοχές μεγάλων πυρκαγιών.10 Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για μικρές τοπικές παρεμβάσεις. Πρόκειται για μαζικό πρόγραμμα επέμβασης στον δασικό χώρο σε όλη τη χώρα. Ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν απλή τεχνική εργολαβία.

Η βασική του αδυναμία είναι ότι μετατρέπει μια σωστή αρχή —την ανάγκη πρόληψης— σε λάθος πρακτική. Η πρόληψη δεν είναι συλλήβδην καθάρισμα του δασικού υπορόφου. Ο υπόροφος είναι το χαμηλότερο στρώμα βλάστησης κάτω από την κόμη των δέντρων. Δεν είναι άχρηστο εμπόδιο. Είναι το στρώμα που φιλοξενεί βότανα, αγριολούλουδα, φρύγανα, μύκητες, σπόρους, έντομα, ερπετά, μικρά ζώα, φωλιές, οργανική ουσία και μικροοργανισμούς, ενώ συγκρατεί υγρασία. Εκεί ανακυκλώνονται θρεπτικά στοιχεία, προστατεύεται το έδαφος και διατηρείται μεγάλο μέρος της βιοποικιλότητας. Όταν αυτό το στρώμα αφαιρείται οριζόντια, το δάσος δεν «θωρακίζεται». Φτωχαίνει, ξηραίνεται, ανοίγει στον ήλιο και στον αέρα, χάνει οργανική ύλη και γίνεται πιο ευάλωτο στη διάβρωση και στις πλημμύρες.11

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνονται καθαρισμοί. Σημαίνει ότι πρέπει να γίνονται με δασολογικά κριτήρια, όχι με εργολαβικό μέτρο. Άλλο η στοχευμένη μείωση καύσιμης ύλης σε κρίσιμες ζώνες γύρω από οικισμούς, δρόμους, υποδομές και σημεία πρώτης προσβολής, και άλλο η μαζική απογύμνωση δασικών οικοσυστημάτων. Άλλο η συντήρηση ενός λειτουργικού δασικού δρόμου και άλλο η διάνοιξη ή διαπλάτυνση χωρίς οικολογική εκτίμηση. Άλλο η επιστημονικά σχεδιασμένη αντιπυρική ζώνη και άλλο η γραμμή που χαράσσεται για να απορροφηθεί κονδύλι.

Γι’ αυτό το Antinero είναι πολιτικά αποκαλυπτικό. Όταν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κατευθύνονται σε αποσπασματικές εργασίες καθαρισμού, ενώ τα δασαρχεία παραμένουν υποστελεχωμένα και οι διαχειριστικές μελέτες συχνά λείπουν ή μένουν ανεφάρμοστες, τότε δεν μιλάμε για πρόληψη. Μιλάμε για μετατροπή της πρόληψης σε αγορά εργολαβιών. Η κυβερνητική πολιτική προτιμά το έργο που ανατίθεται, τιμολογείται και φωτογραφίζεται, αντί για τη μόνιμη δασική παρουσία που χτίζεται αργά και δεν βγαίνει σε δελτίο Τύπου.

Η επιλογή γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν δει κανείς πού κατευθύνονται οι πόροι. Μεγάλο μέρος των κονδυλίων που προορίζονταν για αναδασώσεις μεταφέρθηκε στην πρόληψη μέσω Antinero, με τις συνολικές δαπάνες για έργα πρόληψης να ξεπερνούν τα 450 εκατ. ευρώ.12 Αν τέτοια ποσά είχαν κατευθυνθεί, σε μόνιμη βάση, σε δασολόγους, δασοπόνους, δασοφύλακες και δασεργάτες, σε τοπικά σχέδια διαχείρισης και δασικούς συνεταιρισμούς, στη ρητινοκαλλιέργεια, στη συντήρηση δρόμων με ευθύνη των υπηρεσιών και σε διαχειριστικές μελέτες που εφαρμόζονται, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι πραγματική πρόληψη. Αντί γι’ αυτό, η δημόσια δαπάνη διοχετεύεται σε ένα μοντέλο βιαστικών επεμβάσεων, αμφίβολης οικολογικής αποτελεσματικότητας και ανεπαρκούς δημόσιου ελέγχου.

Το Antinero είναι επίσης νομικά και θεσμικά προβληματικό. Ένα πρόγραμμα με πανελλαδική εφαρμογή, μεγάλες επεμβάσεις σε δασικά οικοσυστήματα, εργασίες σε περιοχές Natura ή κοντά σε αυτές και χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τον χαρακτηρισμό των «ειδικών δασοτεχνικών έργων». Απαιτεί περιβαλλοντικό προέλεγχο, στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση όπου χρειάζεται, δέουσα εκτίμηση για προστατευόμενες περιοχές, δημόσια διαφάνεια, δημοσιοποίηση μελετών, έλεγχο συμβάσεων και συνεχή επίβλεψη στο πεδίο από δασικούς υπαλλήλους. Χωρίς αυτά, η πρόληψη γίνεται διοικητικό πρόσχημα για παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας.13

Η ίδια λογική επιστρέφει στην καταστολή. Τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα είναι απαραίτητα, ιδιαίτερα στην αρχική φάση μιας πυρκαγιάς ή στην υποστήριξη των επίγειων δυνάμεων. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν τη δασική διαχείριση.

Μισθώσεις εναέριων μέσωνΚόστος
202054 εκατ. ευρώ
202178,2 εκατ. ευρώ
202275,9 εκατ. ευρώ
2023101,2 εκατ. ευρώ
2024164 εκατ. ευρώ

Μόνο για την περίοδο 2020–2024, τα ποσά του πίνακα φτάνουν τα 473,3 εκατ. ευρώ για μισθώσεις εναέριων μέσων. Ο κρατικός προϋπολογισμός βρίσκει δρόμο προς την αγορά της έκτακτης ανάγκης, αλλά όχι με την ίδια αποφασιστικότητα προς τη μόνιμη πρόληψη. Τα χρήματα φεύγουν κάθε χρόνο για μέσα που επιχειρούν όταν η φωτιά έχει ήδη ξεσπάσει, όχι για υπηρεσίες και ανθρώπους που θα μπορούσαν να μειώσουν τον κίνδυνο πριν από αυτήν.14

Η κυβέρνηση βρίσκει τεράστια ποσά για αγορές, μισθώσεις και εξοπλισμούς, αλλά εμφανίζεται διαρκώς «ανήμπορη» όταν πρόκειται για μόνιμο προσωπικό, σταθερή εργασία, δασαρχεία, δασοφύλαξη και πρόληψη. Η καταστολή χρηματοδοτείται ως θέαμα ισχύος· η πρόληψη αντιμετωπίζεται ως κόστος. Όσο αυτή η λύση επαναλαμβάνεται με ακριβές μισθώσεις, χωρίς αντίστοιχη επένδυση στις δημόσιες υποδομές και στη Δασική Υπηρεσία, η χώρα εξαρτάται όλο και περισσότερο από την αγορά της έκτακτης ανάγκης.

Στο τρίτο επίπεδο βρίσκεται το 112. Το σύστημα έγκαιρης ειδοποίησης είναι αναγκαίο και μπορεί να σώσει ζωές. Τα τελευταία χρόνια, όμως, τείνει να λειτουργεί και ως πολιτική ασπίδα του κράτους. Η λογική που εκπέμπεται είναι απλή: «ειδοποιήσαμε, άρα πράξαμε». Αν δεν υπάρξουν νεκροί, η επιχείρηση παρουσιάζεται ως επιτυχής, ακόμη κι αν πίσω της έχει αφήσει καμένα χωριά, κατεστραμμένα δάση, χαμένες δουλειές, διαλυμένες τοπικές οικονομίες, νεκρά ζώα, κατεστραμμένες υποδομές και ανθρώπους που δεν έχουν πού να επιστρέψουν. Το 112 γίνεται έτσι η επικοινωνιακή γλώσσα του επιτελικού κράτους: το κράτος εμφανίζεται παρόν επειδή ειδοποίησε, ενώ απουσίαζε όταν έπρεπε να έχει προλάβει.

Η Βόρεια Εύβοια το 2021 ανέδειξε με δραματικό τρόπο αυτά τα όρια. Σε περιπτώσεις όπως εκείνη της Αγίας Άννας, οι κάτοικοι οδηγούνταν προς την παραλία, ενώ η φωτιά δεν είχε ακόμη φτάσει στον οικισμό· έφτασε έξι ώρες μετά την έναρξη της εκκένωσης. Υπήρχε χρόνος που, με διαφορετικό σχεδιασμό, θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την οργάνωση άμυνας, τη δημιουργία ασφαλών ζωνών, την απομάκρυνση καύσιμης ύλης σε κρίσιμα σημεία και την καθοδήγηση των κατοίκων από το δασαρχείο και την πυροσβεστική. Αντί γι’ αυτό, η εκκένωση λειτούργησε ως απομάκρυνση της τοπικής κοινωνίας από το πεδίο, χωρίς να είναι πάντα σαφές ότι η κατεύθυνση διαφυγής ήταν ασφαλέστερη από την παραμονή υπό οργανωμένη καθοδήγηση.15

Δασοπυρόσβεση, μόνιμο προσωπικό και κρατικές προτεραιότητες

Η ανασυγκρότηση της Δασικής Υπηρεσίας δεν περιορίζεται, όμως, στις μελέτες, στη διαχείριση και στη μεταπυρική αποκατάσταση. Πρέπει να αφορά και τη δασοπυρόσβεση, με δασαρχεία που διαθέτουν πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα: μόνιμους δασοπυροσβέστες ειδικά εκπαιδευμένους στις δασικές πυρκαγιές, δασοφύλακες με ρόλο επιτήρησης και πρώτης παρέμβασης, κατάλληλα οχήματα, υδροφόρες, τεχνική υποστήριξη και μέσα πρόσβασης σε δύσβατες περιοχές. Αν η δασική πυρκαγιά δεν είναι απλώς ένα «συμβάν», αλλά αποτέλεσμα της κατάστασης ενός συγκεκριμένου δασικού τοπίου, τότε ο φορέας που γνωρίζει αυτό το τοπίο πρέπει να σχεδιάζει και να κατευθύνει τη δασοπυρόσβεση, σε συνεργασία με την Πυροσβεστική, τους δήμους, τις κοινότητες, τα εναέρια μέσα και τις τοπικές δυνάμεις.

Η Πυροσβεστική παραμένει αναγκαίο σώμα. Έχει αποκτήσει εμπειρία στις δασικές πυρκαγιές και διαθέτει προσωπικό που δίνει σκληρές μάχες στο πεδίο. Όμως ο κεντρικός σχεδιασμός της δασικής πυρκαγιάς δεν μπορεί να αποκόπτεται από τη δασική επιστήμη, τα κατά τόπους δασαρχεία και τη γνώση του οικοσυστήματος. Η Πυροσβεστική πρέπει να λειτουργεί ως επιχειρησιακό και υποστηρικτικό σώμα μέσα σε σχέδιο που έχει ως κορμό τη Δασική Υπηρεσία, όχι ως μηχανισμός που την υποκαθιστά.

Ακριβώς γι’ αυτό, η συζήτηση για το ποιος σχεδιάζει και κατευθύνει τη δασοπυρόσβεση δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ερώτημα ποιοι άνθρωποι τη σηκώνουν στην πράξη και με τι εργασιακούς όρους. Το κράτος έχει ήδη αναγνωρίσει στο παρελθόν ότι οι ανάγκες του Πυροσβεστικού Σώματος δεν καλύπτονται μόνο με το υπάρχον μόνιμο προσωπικό. Το 2011, με τον Ν. 3938/2011, δημιουργήθηκε η κατηγορία των Πυροσβεστών Πενταετούς Υποχρέωσης, με 4.000 οργανικές επί θητεία θέσεις. Οι πυροσβέστες αυτοί προσλαμβάνονταν με σχέση δημοσίου δικαίου για πενταετή θητεία, η οποία μπορούσε να ανανεωθεί. Το 2018, 2.186 από αυτούς εντάχθηκαν στο μόνιμο πυροσβεστικό προσωπικό από την 1η Απριλίου, βάσει Κοινής Υπουργικής Απόφασης.16

Στον ίδιο σχεδιασμό πρέπει να ενταχθούν μόνιμα και οι εποχικοί πυροσβέστες. Ο θεσμός της εποχικής πυρόσβεσης αναπαράγει κάθε χρόνο μια απαράδεκτη αντίφαση: άνθρωποι που μπαίνουν στη φωτιά, αποκτούν εμπειρία, γνωρίζουν συμβάντα και καλύπτουν πάγιες ανάγκες, παραμένουν συμβασιούχοι λίγων μηνών. Το 2019 προσλήφθηκαν 1.500 εποχικοί πυροσβέστες με συμβάσεις ορισμένου χρόνου διάρκειας έξι μηνών, ενώ για την περίοδο 2019–2024 το ίδιο το κράτος αναγνώριζε τη δυνατότητα επαναπρόσληψής τους για έως και πέντε συνεχείς αντιπυρικές περιόδους. Δηλαδή αναγνώριζε ότι τους χρειάζεται επανειλημμένα, αλλά αρνούνταν να τους αντιμετωπίσει ως μόνιμο προσωπικό.17

Το 2024 το ζήτημα ξαναήρθε με οξύτητα στην επιφάνεια. Περίπου 2.500 εποχικοί πυροσβέστες της περιόδου 2019–2024 βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη λήξη των συμβάσεών τους. Ένα μέρος τους είχε ήδη αξιοποιηθεί ως «δεξαμενή» για τις ΕΜΟΔΕ, γεγονός που αποδεικνύει ότι η εμπειρία τους θεωρείται επιχειρησιακά χρήσιμη. Αντί όμως να αναγνωριστεί ότι αυτή η εμπειρία πρέπει να αποτελέσει πυρήνα μόνιμης δασοπυρόσβεσης, το κράτος αντιμετώπισε το αίτημα για σταθερή δουλειά ως πρόβλημα τάξης. Απέναντι στις δυναμικές κινητοποιήσεις, η κυβέρνηση απάντησε με τα   ΜΑΤ. Τα χημικά, οι τραυματισμοί και οι διώξεις στις κινητοποιήσεις της 31ης Οκτωβρίου 2024 αποτύπωσαν με ωμό τρόπο την υποκρισία: το καλοκαίρι οι εποχικοί πυροσβέστες παρουσιάζονται ως ήρωες· τον χειμώνα αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι.18

Η ίδια ιεράρχηση φαίνεται καθαρά αν συγκρίνει κανείς τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού στη δασική προστασία με τις επιλογές για την ενίσχυση του κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού. Η αστυνομία διαθέτει σταθερούς μηχανισμούς πρόσληψης, οργανικές θέσεις και δυνατότητες μονιμοποίησης ειδικών κατηγοριών προσωπικού. Την ίδια στιγμή, οι εποχικοί πυροσβέστες που έχουν ήδη περάσει μέσα από πραγματικές φωτιές διεκδικούν το αυτονόητο: να μην απολύονται κάθε φθινόπωρο.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, ουδέτερη δημοσιονομική στενότητα. Υπάρχει ιεράρχηση. Για την αστυνόμευση, την επιτήρηση, τους εξοπλισμούς και την κατασταλτική θωράκιση του κράτους, οι θέσεις και τα κονδύλια βρίσκονται. Για τη δασική προστασία, τη μόνιμη πρόληψη και τους ανθρώπους που μπαίνουν στη φωτιά και κυριολεκτικά δίνουν τη ζωή τους, η απάντηση είναι καθυστέρηση, επισφάλεια και καταστολή.

Η κλιματική κρίση και η επιμήκυνση της περιόδου κινδύνου ακυρώνουν οριστικά το επιχείρημα της «εποχικότητας». Η χώρα δεν χρειάζεται να επιστρατεύει προσωρινά ανθρώπους κάθε άνοιξη και να τους απολύει κάθε φθινόπωρο. Χρειάζεται μόνιμο, εκπαιδευμένο, δημόσιο σώμα δασοπυρόσβεσης, οργανικά συνδεδεμένο με τη Δασική Υπηρεσία και τα δασαρχεία. Αν η προστασία των δασών είναι μόνιμη ανάγκη, τότε και οι άνθρωποι που την υπηρετούν πρέπει να έχουν μόνιμη και σταθερή εργασία.

Κλιματική κρίση: επιδείνωση του κινδύνου, όχι απαλλαγή από την ευθύνη

Η κλιματική κρίση αλλάζει τους όρους μέσα στους οποίους εκδηλώνονται και εξελίσσονται οι δασικές πυρκαγιές. Υψηλότερες θερμοκρασίες, παρατεταμένοι καύσωνες, ξηρασία, χαμηλή υγρασία της βλάστησης, ισχυροί άνεμοι και επιμήκυνση της αντιπυρικής περιόδου δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν την ταχύτερη εξάπλωση και την εντονότερη συμπεριφορά της φωτιάς.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε καταστροφή μπορεί να αποδοθεί γενικά και αόριστα στην κλιματική αλλαγή. Η επίκληση της κλιματικής κρίσης, ειδικά από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, γίνεται συχνά με τρόπο που μετατρέπει ένα πολιτικό και διοικητικό πρόβλημα σε σχεδόν φυσικό πεπρωμένο. Η φωτιά παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη, πρωτοφανής, ανεξέλεγκτη, προϊόν μιας παγκόσμιας συνθήκης απέναντι στην οποία το κράτος είχε περιορισμένα περιθώρια. Μια τέτοια ανάγνωση είναι επικίνδυνη. Γιατί, ενώ αναγνωρίζει έναν υπαρκτό παράγοντα, αποσιωπά όλους τους υπόλοιπους: την εγκατάλειψη της δασικής διαχείρισης, την υποστελέχωση των υπηρεσιών, την απουσία πρόληψης, την οικιστική αυθαιρεσία, τις ελλείψεις στον σχεδιασμό και την αποδυνάμωση της τοπικής γνώσης. Η κλιματική κρίση δεν υπογράφει προκηρύξεις, δεν αποφασίζει πόσες θέσεις θα μείνουν κενές στα δασαρχεία και δεν επιλέγει αν τα χρήματα θα πάνε σε μισθώσεις ή σε μόνιμη δημόσια ικανότητα.

Η κλιματική κρίση δεν μειώνει την ευθύνη του κράτους. Την αυξάνει. Αν οι συνθήκες γίνονται δυσκολότερες, τότε η πρόληψη πρέπει να γίνει ισχυρότερη, συστηματικότερη και πιο μόνιμη. Αν οι ημέρες ακραίου κινδύνου αυξάνονται, τότε οι δασικοί δρόμοι, οι αντιπυρικές ζώνες, η διαχείριση καύσιμης ύλης, η επιτήρηση και τα σχέδια προστασίας οικισμών πρέπει να είναι έτοιμα πριν από την κρίση.

Η κλιματική κρίση επηρεάζει επίσης την ίδια την αντοχή των οικοσυστημάτων μετά τη φωτιά. Η φυσική αναγέννηση δυσκολεύεται όταν η ξηρασία παρατείνεται, όταν οι θερμοκρασίες αυξάνονται, όταν οι πυρκαγιές επαναλαμβάνονται στην ίδια περιοχή σε μικρό χρονικό διάστημα ή όταν το έδαφος μένει εκτεθειμένο σε διάβρωση και πλημμύρες. Έτσι, η φωτιά δεν είναι μόνο στιγμιαία καταστροφή. Μπορεί να γίνει μηχανισμός μακροχρόνιας οικολογικής υποβάθμισης.

Η κλιματική κρίση αποκαλύπτει και την κοινωνική διάσταση της τρωτότητας. Δεν πλήττονται όλοι με τον ίδιο τρόπο. Άλλο είναι να χάσει κανείς μια παραθεριστική κατοικία και άλλο να χαθεί το χωριό, το εισόδημα, τα ζώα, οι κυψέλες, τα ρητινευόμενα πεύκα, οι καλλιέργειες και η δυνατότητα παραμονής στον τόπο. Οι κάτοικοι ορεινών, αγροτικών και δασικών περιοχών δεν βιώνουν την πυρκαγιά μόνο ως περιβαλλοντική απώλεια. Τη βιώνουν ως πλήγμα στην ίδια τη δυνατότητα ζωής στην ύπαιθρο.

Γη, συμφέροντα και κόστος της καταστροφής

Οι δασικές πυρκαγιές δεν εκδηλώνονται σε ουδέτερο χώρο. Εκδηλώνονται πάνω σε γη που έχει ιδιοκτησιακό καθεστώς, αξία, χρήσεις, συγκρούσεις και προσδοκίες αξιοποίησης. Γι’ αυτό η συζήτηση για τις πυρκαγιές πρέπει να εξετάζει και το ερώτημα ποια γη καίγεται, ποια γη προστατεύεται, ποια γη εγκαταλείπεται και ποια γη αποκτά νέα αξία μετά την καταστροφή.

Στην Ελλάδα, η σχέση δάσους και γης ήταν ιστορικά φορτισμένη. Η δασική προστασία συγκρούστηκε επανειλημμένα με την οικιστική πίεση, την αυθαίρετη δόμηση, την τουριστική ανάπτυξη, τις υποδομές, τις επενδύσεις και την αδυναμία ολοκληρωμένου χωροταξικού σχεδιασμού. Ιδίως γύρω από μεγάλα αστικά κέντρα και σε παράκτιες ή τουριστικές περιοχές, το δάσος δεν αντιμετωπίζεται πάντα ως δημόσιο αγαθό που πρέπει να προστατευθεί. Συχνά αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο, ως εκκρεμότητα, ως περιοχή ασαφούς καθεστώτος ή ως μελλοντική δυνατότητα αξιοποίησης.

Η συνταγματική υποχρέωση προστασίας και αναδάσωσης των καμένων δασικών εκτάσεων αποτελεί σημαντικό θεσμικό ανάχωμα. Δεν αρκεί όμως από μόνη της αν δεν συνοδεύεται από δασικούς χάρτες, προσωπικό, έλεγχο, σαφές ιδιοκτησιακό πλαίσιο και πολιτική βούληση να αποτραπούν έμμεσες αλλαγές χρήσης μετά την πυρκαγιά.19

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πυρκαγιά είναι αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδίου αλλαγής χρήσης γης. Μια τέτοια γενίκευση θα ήταν απλουστευτική. Σημαίνει όμως ότι οι πυρκαγιές συμβαίνουν μέσα σε ένα πεδίο όπου η γη έχει οικονομική και πολιτική σημασία. Ακόμη και όταν η αιτία είναι αμέλεια, φυσικός παράγοντας ή τυχαίο συμβάν, οι συνέπειες της φωτιάς διαμορφώνονται από το προϋπάρχον χωροταξικό και ιδιοκτησιακό πλαίσιο.

Η αυθαίρετη και διάσπαρτη δόμηση στη ζώνη μίξης δάσους και κατοικίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το Μάτι έδειξε ότι η πυρκαγιά μπορεί να μετατραπεί σε μαζική τραγωδία όταν συναντήσει έναν οικισμό χωρίς ασφαλή πολεοδομική οργάνωση: με στενούς δρόμους, ανεπαρκείς διεξόδους, φράγματα προς τη θάλασσα και εύφλεκτη βλάστηση πολύ κοντά στις κατοικίες. Το πρόβλημα, όμως, δεν αφορά μόνο το Μάτι. Αφορά εκατοντάδες περιοχές όπου οικισμοί, εξοχικές κατοικίες, αυθαίρετες ή ημινόμιμες κατασκευές και δασική βλάστηση έχουν μπλεχτεί σε ένα επικίνδυνο μωσαϊκό.

Η οικονομία των πυρκαγιών φαίνεται καθαρά και μετά την καταστροφή. Ποιος αποζημιώνεται γρήγορα και ποιος μένει να περιμένει; Ποια έργα προωθούνται άμεσα και ποια παραμένουν σε εκκρεμότητα; Ποια παραγωγική δραστηριότητα στηρίζεται και ποια εγκαταλείπεται; Ποιος έχει τη δυνατότητα να ξαναχτίσει και ποιος αναγκάζεται να φύγει; Μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά, η ανισότητα δεν εξαφανίζεται. Συχνά βαθαίνει.

Το ερώτημα «ποιος ωφελείται από τις πυρκαγιές» δεν πρέπει να απαντάται πρόχειρα. Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι ποιοι μηχανισμοί επιτρέπουν να μετατρέπεται μια καταστροφή σε ευκαιρία αλλαγής συσχετισμών πάνω στη γη. Αν μια περιοχή μετά τη φωτιά χάνει τους κατοίκους της, τις παραγωγικές της δραστηριότητες και τη δασική της λειτουργία, τότε ακόμη και χωρίς άμεση αλλαγή χρήσης έχει ήδη αλλάξει κοινωνικά. Η εγκατάλειψη μπορεί να είναι εξίσου καθοριστική με την οικοπεδοποίηση.

Ο ρόλος των μηχανικών και του ΤΕΕ

Αν οι δασικές πυρκαγιές είναι και ζήτημα χώρου, τότε ο τεχνικός κόσμος δεν βρίσκεται έξω από τη συζήτηση. Οι μηχανικοί και το ΤΕΕ έχουν ρόλο ακριβώς εκεί όπου η δασική πολιτική συναντά τον χωρικό σχεδιασμό, τις υποδομές και την καθημερινή ασφάλεια των οικισμών. Δεν υποκαθιστούν τη Δασική Υπηρεσία ούτε τη δασική επιστήμη. Μπορούν όμως να συμβάλουν αποφασιστικά στο να πάψει η πυροπροστασία να αντιμετωπίζεται ως έκτακτη οδηγία της τελευταίας στιγμής και να ενσωματωθεί στον σχεδιασμό του χώρου.

Το πρώτο πεδίο είναι οι ζώνες μίξης δάσους και κατοικίας. Εκεί χρειάζεται αποτύπωση του πραγματικού κινδύνου: χρήσεις γης, πυκνότητα δόμησης, στενοί ή αδιέξοδοι δρόμοι, εμπόδια στη διαφυγή, σημεία συμφόρησης, επαφή εύφλεκτης βλάστησης με κτίρια, δυνατότητα πρόσβασης πυροσβεστικών οχημάτων. Δεν αρκεί ένας χάρτης επικινδυνότητας που μένει στο αρχείο. Χρειάζονται τοπικά σχέδια με ασφαλείς οδεύσεις διαφυγής, εναλλακτικές εξόδους, σαφή σήμανση, κοινόχρηστους χώρους προσωρινής προστασίας, επαρκές πλάτος δρόμων όπου αυτό είναι δυνατό, σημεία αναστροφής πυροσβεστικών μέσων, υδροληψίες, δεξαμενές, κρουνούς και συντηρημένο δίκτυο πρόσβασης.

Το δεύτερο πεδίο είναι οι χρήσεις γης. Ο χωρικός σχεδιασμός δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός που, μετά από χρόνια ανοχής στην αυθαίρετη ή διάσπαρτη δόμηση, έρχεται απλώς να νομιμοποιήσει την πίεση πάνω στον φυσικό χώρο. Ο ρόλος των μηχανικών είναι να υπερασπιστούν τον σχεδιασμό ως εργαλείο δημόσιου συμφέροντος: να δείχνουν πού δεν πρέπει να χτιστεί άλλο, πού χρειάζονται όρια, πού η τουριστική ή οικιστική αξιοποίηση αυξάνει τον κίνδυνο, πού οι υποδομές δεν αντέχουν και πού η “τακτοποίηση” της αναρχίας κινδυνεύει να γίνει νέα κανονικότητα.

Το τρίτο πεδίο ανοίγει αμέσως μετά τη φωτιά. Τα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια της αποκατάστασης. Είναι το πρώτο μέτρο προστασίας του καμένου τόπου από τη δεύτερη καταστροφή: τη διάβρωση, τις πλημμύρες, την απώλεια εδάφους, την καταστροφή υποδομών και την εγκατάλειψη. Χρειάζονται γρήγορη, αλλά όχι πρόχειρη, υδρολογική και γεωτεχνική εκτίμηση, ιεράρχηση λεκανών απορροής, έργα συγκράτησης φερτών, προστασία δρόμων και οικισμών, και έλεγχο ώστε η αποκατάσταση να μη γίνει νέο πεδίο αποσπασματικών εργολαβιών.

Σε αυτό το επίπεδο οι μηχανικοί μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά: με τεχνικές προδιαγραφές, δημόσιους ελέγχους, τοπικά σχέδια ανθεκτικότητας, διαφάνεια στα έργα, συνεργασία με δασολόγους και τοπικές κοινωνίες, και άρνηση να λειτουργήσει ως τεχνικό άλλοθι για επικίνδυνες χωρικές επιλογές. Η δασοπροστασία δεν είναι μόνο υπόθεση πυροσβεστικών οχημάτων και εναέριων μέσων. Είναι και υπόθεση δρόμων, νερού, εξόδων, χρήσεων γης, ρεμάτων, εδαφών, σχεδίων και ευθύνης. Γι’ αυτό αφορά άμεσα τους μηχανικούς και το ΤΕΕ.

Προς ένα άλλο μοντέλο δασικής πολιτικής

Η απάντηση, λοιπόν, πρέπει να πάψει να είναι αποκλειστικά επιχειρησιακή. Η προτεραιότητα πρέπει να μετακινηθεί από την καταστολή ως κεντρικό άξονα στην πρόληψη και τη δασική διαχείριση ως μόνιμη πολιτική. Βασικές προϋποθέσεις για την κατεύθυνση αυτή είναι:

  1. Η ουσιαστική ανασυγκρότηση της Δασικής Υπηρεσίας. Αυτό σημαίνει προσωπικό, μέσα, χρηματοδότηση, επιστημονική επάρκεια, τοπική παρουσία και σαφείς αρμοδιότητες. Δεν μπορεί να υπάρξει δασική πρόληψη χωρίς δασολόγους, δασοπόνους, δασοφύλακες, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό, ούτε χωρίς υπηρεσίες που γνωρίζουν το πεδίο και μπορούν να παρακολουθούν διαρκώς την κατάσταση των δασών.
  2. Η επανασύνδεση δασικής διαχείρισης και δασοπυρόσβεσης. Η Πυροσβεστική πρέπει να παραμείνει ισχυρό επιχειρησιακό και υποστηρικτικό σώμα, αλλά η αντιμετώπιση της δασικής πυρκαγιάς δεν μπορεί να αποκόπτεται από εκείνους που γνωρίζουν το δάσος. Χρειάζεται μόνιμος μηχανισμός κοινής δράσης με κορμό τη Δασική Υπηρεσία και συμμετοχή του Πυροσβεστικού Σώματος, των δήμων, των περιφερειών και των τοπικών κοινοτήτων. Η στελέχωση των μηχανισμών αυτών με επαρκές προσωπικό, μόνιμης και σταθερής σχέσης εργασίας αποτελεί βασική συνθήκη.
  3. Η διαχείριση καύσιμης ύλης σε κλίμακα τοπίου. Οι καθαρισμοί οικοπέδων και οι αποσπασματικές εργολαβίες δεν αρκούν. Χρειάζονται διαχειριστικά σχέδια ανά δασικό σύμπλεγμα, με προτεραιότητα σε περιαστικά δάση, ζώνες μίξης δάσους-κατοικίας, περιοχές Natura, πευκοδάση υψηλού κινδύνου, εγκαταλελειμμένες αγροτικές εκτάσεις και περιοχές με ιστορικό επαναλαμβανόμενων πυρκαγιών.
  4. Η επαναφορά των ανθρώπων του δάσους στο σχέδιο πρόληψης. Ρητινοκαλλιεργητές, δασεργάτες, κτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι, δασικοί συνεταιρισμοί και κάτοικοι ορεινών περιοχών μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς γνώσης, εργασίας και καθημερινής παρουσίας. Αυτό δεν σημαίνει να μεταφερθεί σε αυτούς η ευθύνη του κράτους. Σημαίνει να ενταχθούν σε δημόσιο σχέδιο, με εκπαίδευση, συμβάσεις, αμοιβή, κανόνες και συνεργασία με τις δασικές υπηρεσίες.
  5. Ο χωροταξικός έλεγχος στη ζώνη μίξης δάσους και κατοικίας. Δεν μπορεί η χώρα να συνεχίζει να ανέχεται οικισμούς χωρίς ασφαλείς εξόδους, δρόμους επαρκούς πλάτους, κοινόχρηστους χώρους προστασίας, πρόσβαση πυροσβεστικών δυνάμεων και σχέδιο άμυνας. Η πολιτική πυροπροστασίας δεν μπορεί να αρχίζει όταν φτάνει η φωτιά στον οικισμό. Πρέπει να ενσωματώνεται στην πολεοδομία, στους δασικούς χάρτες, στις χρήσεις γης και στους όρους δόμησης.
  6. Η αλλαγή φιλοσοφίας στη χρήση του 112. Το σύστημα έγκαιρης ειδοποίησης είναι αναγκαίο και μπορεί να σώσει ζωές. Δεν πρέπει όμως να λειτουργεί ως πανάκεια ούτε ως εργαλείο πολιτικής απαλλαγής από την ευθύνη. Η εκκένωση πρέπει να είναι στοχευμένη, ασφαλής, τεκμηριωμένη και ενταγμένη σε πραγματικό σχέδιο προστασίας του οικισμού.
  7. Ριζική αναθεώρηση της λογικής του Antinero, όπως εφαρμόζεται σήμερα. Τα μεγάλα προγράμματα πρόληψης πρέπει να περνούν από πλήρη περιβαλλοντική αξιολόγηση, να ελέγχονται δημόσια, να βασίζονται σε διαχειριστικές μελέτες, να υλοποιούνται με συνεχή επίβλεψη δασικών υπαλλήλων και να χρηματοδοτούν πρώτα τις μόνιμες δημόσιες δομές. Η πρόληψη δεν μπορεί να είναι εργολαβική αποψίλωση με πράσινη ετικέτα ούτε πεδίο διαδοχικών συμβάσεων που αφήνουν πίσω τους ελάχιστη δημόσια τεχνογνωσία.
  8. Ανακατανομή πόρων από την αποκλειστική λογική της καταστολής προς την πρόληψη. Τα εναέρια μέσα και ο επιχειρησιακός εξοπλισμός είναι απαραίτητα, αλλά απορροφούν τεράστιους πόρους όταν το σύστημα βρίσκεται ήδη στη φάση της κρίσης. Ένα μέρος αυτής της δημόσιας δαπάνης πρέπει να μετατοπιστεί σε μόνιμη βάση στη διαχείριση δασών, στη συντήρηση δρόμων, στις αντιπυρικές ζώνες, στη στελέχωση υπηρεσιών με μόνιμο προσωπικό και στα τοπικά σχέδια πρόληψης. Το ζητούμενο δεν είναι να αγοράζει το κράτος κάθε χρόνο την επόμενη έκτακτη λύση· είναι να ξαναχτίσει την ικανότητα που έχει επιλέξει να αγοράζει.

Να ξαναδούμε το δάσος πριν καεί

Οι δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα δεν είναι πια δυνατόν να αντιμετωπίζονται ως επαναλαμβανόμενες «έκτακτες» καταστάσεις. Η επανάληψη έχει αφαιρέσει από την καταστροφή τον χαρακτήρα του απρόβλεπτου. Η χώρα γνωρίζει το πρόβλημα, γνωρίζει τις περιοχές υψηλού κινδύνου, γνωρίζει την εγκατάλειψη της υπαίθρου, γνωρίζει την υποστελέχωση των υπηρεσιών, γνωρίζει την πίεση πάνω στη γη, γνωρίζει τα όρια της καταστολής. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει εμπειρία. Είναι γιατί η εμπειρία δεν γίνεται πολιτική.

Η κυρίαρχη λογική παραμένει εγκλωβισμένη στη στιγμή της κρίσης. Περισσότερα εναέρια μέσα, περισσότερες εκκενώσεις, περισσότερη επικοινωνιακή διαχείριση, περισσότερη μετατόπιση της ευθύνης στον πολίτη, περισσότερα εργολαβικά προγράμματα που βαφτίζονται πρόληψη. Στη σημερινή της μορφή, αυτή η λογική έχει όνομα: επιτελικό κράτος χωρίς μόνιμη δημόσια ικανότητα. Ένα κράτος που οργανώνει αναθέσεις γρηγορότερα απ’ ό,τι οργανώνει δασαρχεία, που στέλνει μηνύματα γρηγορότερα απ’ ό,τι συντηρεί δρόμους, που φωτογραφίζει έργα γρηγορότερα απ’ ό,τι χτίζει θεσμική μνήμη. Όμως η φωτιά δεν ξεκινά πολιτικά τη μέρα που ανάβει. Ξεκινά χρόνια πριν, όταν ένα δάσος μένει χωρίς διαχείριση, όταν ένας δασικός δρόμος κλείνει, όταν μια αντιπυρική ζώνη εγκαταλείπεται, όταν οι άνθρωποι που ζούσαν από το δάσος φεύγουν, όταν η γη αφήνεται στην αυθαιρεσία και στην προσδοκία μελλοντικής αξιοποίησης.

Η προστασία της ανθρώπινης ζωής είναι αδιαπραγμάτευτη. Αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως στενό άλλοθι για την απώλεια ολόκληρων τόπων. Η απουσία νεκρών δεν αρκεί για να θεωρηθεί επιτυχημένη μια πολιτική που αφήνει πίσω της καμένα δάση, διαλυμένες τοπικές οικονομίες, χαμένα επαγγέλματα, νεκρά ζώα, πλημμυρικούς κινδύνους, ερημωμένα χωριά και ανθρώπους που δεν μπορούν να επιστρέψουν στη ζωή που είχαν.

Το δάσος δεν μπορεί να προστατευθεί μόνο από τον αέρα, ούτε μόνο την ώρα που καίγεται. Δεν προστατεύεται με μηνύματα, με εργολαβικές αποψιλώσεις και με επικοινωνιακές φωτογραφίες μηχανημάτων. Προστατεύεται με ανθρώπους στο πεδίο, με θεσμούς που έχουν μνήμη, με κοινωνίες που παραμένουν στον τόπο τους, με δημόσια ευθύνη και με πολιτική βούληση να συγκρουστεί κανείς με την εγκατάλειψη, την αυθαιρεσία και τη λογική της τελευταίας στιγμής. Αν κάτι πρέπει να αλλάξει, είναι ακριβώς αυτό: να πάψουμε να μετράμε την επιτυχία με βάση το πόσο γρήγορα αντιδρούμε στην καταστροφή και να αρχίσουμε να τη μετράμε με βάση το πόσο συστηματικά την αποτρέπουμε. Σήμερα αυτό σημαίνει ρήξη με την πολιτική που μετατρέπει τη δασοπροστασία σε αγορά υπηρεσιών και τη δημόσια ευθύνη σε επικοινωνιακή διαχείριση.

1. Για τις πυρκαγιές του καλοκαιριού 2026, βλ. ενδεικτικά: ΕΡΤ News, 29/07/2026, για τη μεγάλη πυρκαγιά στη Νέα Κρύα Βρύση Ρεθύμνου, τους δύο νεκρούς πυροσβέστες και τα αλλεπάλληλα μηνύματα 112· ΕΡΤ News, 28–29/07/2026, για την πυρκαγιά στην Πάρο και τις εκκενώσεις οικισμών· ΕΡΤ News, ΣΚΑΪ και ΑΝΤ1, 27/06/2026, για τις πυρκαγιές στη Βοιωτία· δημοσιεύματα για τις πυρκαγιές στη Φωκίδα και στη Λοκρίδα/Φθιώτιδα τον Ιούνιο-Ιούλιο 2026· AP και διεθνή πρακτορεία, 02–04/08/2026, για τη μεγάλη πυρκαγιά στη δυτική Αττική και τη σύγκρουση δύο πυροσβεστικών ελικοπτέρων.

2. Για τη μακρά ιστορική διαμόρφωση της μεσογειακής και ελληνικής βλάστησης: C. Lyrintzis, “Management of biotic resources in ancient Greece”, στο οποίο αναφέρεται ότι η φυσική βλάστηση της μεσογειακής Ελλάδας περιλάμβανε αείφυλλα δάση χαμηλών υψομέτρων, μεικτά φυλλοβόλα στα μεσαία και κωνοφόρα στα υψηλά υψόμετρα, καθώς και ότι μετά τη σταθεροποίηση του κλίματος ο ανθρώπινος παράγοντας διαμόρφωσε αποφασιστικά το μεσογειακό τοπίο. Βλ. επίσης Bintliff κ.ά., “Rocks, views, soils and plants at the temples of ancient Greece”, Antiquity 82, 2008, για την πιθανή γηγενή βλάστηση με αείφυλλη δρυ, χαρουπιά και χαλέπιο πεύκη.

3. Ν. 2612/1998, ΦΕΚ 112/Α/25-5-1998, «Ανάθεση της δασοπυρόσβεσης στο Πυροσβεστικό Σώμα».

4. FAO, Global Forest Fire Assessment 1990–2000, ενότητα για την Ελλάδα· G. Xanthopoulos, “The forest fires of 1995 and 1998 on Penteli mountain”.

5. Νικήτας Μάζης, «Η εφαρμογή της δασικής πολιτικής στο σύγχρονο ελληνικό γίγνεσθαι: από τη δασολογική επιστήμη στη συνταγματική επιταγή», dasarxeio.com, 12/03/2026. Βλ. επίσης ΠΟΓΕΔΥ, δελτίο Τύπου για την υποστελέχωση στις Δασικές Υπηρεσίες, 17/10/2023.

6. Για τις καμένες εκτάσεις χρησιμοποιούνται στοιχεία των FAO και EFFIS/Copernicus, του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών/meteo.gr και του climatebook.gr, καθώς και σχετικές επιστημονικές αποτιμήσεις ανά έτος και περιοχή. Τα στοιχεία δίνονται σε τάξεις μεγέθους ή εύρη όπου υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ πηγών και μεθόδων χαρτογράφησης.

7. N. Palaiologou κ.ά., “Development of comprehensive fuel management strategies for reducing wildfire risk in Greece”, Forests 11(8), 2020.

8. Heinrich Böll Stiftung, “North Evia: New restoration model but without any sufficient support”, 2025, για τις επιπτώσεις στη ρητίνη και τη μελισσοκομία της Βόρειας Εύβοιας μετά την πυρκαγιά του 2021.

9. ΥΠΕΝ, «Πρόγραμμα προληπτικών καθαρισμών δασών Antinero», 08/07/2022: αναφορά σε 80.000 στρέμματα, περισσότερα από 100 δασικά οικοσυστήματα, 12.000 χλμ. δασικών δρόμων, 1.600 χλμ. αντιπυρικών ζωνών, χρηματοδότηση 50 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και 22 εκατ. ευρώ από τον τακτικό προϋπολογισμό.

10. Ελλάδα 2.0, «Πρόγραμμα Προστασίας Δασών – ANTINERO III»: λήξη 31/07/2026, γεωγραφική περιοχή όλη η Ελλάδα, προϋπολογισμός Ταμείου 420.176.332 ευρώ και συνολικός προϋπολογισμός 521.018.652 ευρώ. Βλ. επίσης τη Μονάδα Στρατηγικών Συμβάσεων (PPF) του Υπερταμείου, η οποία ενεργεί για την προετοιμασία, τη διενέργεια διαγωνιστικών διαδικασιών και την παρακολούθηση συμβάσεων έργων, μεταξύ των οποίων και έργα Antinero.

11. European Commission, Recovery and Resilience Facility, “National Reforestation Plan, restoration and prevention (‘antiNERO’), antierosion and flood protection measures”: περιγραφή εργασιών αναδάσωσης, αναβάθμισης φυτωρίων, καθαρισμών, συντήρησης δασικού οδικού δικτύου και αντιπυρικών ζωνών, δημιουργίας μικτών αντιπυρικών ζωνών και αντιδιαβρωτικών/αντιπλημμυρικών έργων.

12. Δέσποινα Παπαγεωργίου, «Φάκελος Antinero Μέρος Β’: Προστατεύει ή υποβαθμίζει περιβαλλοντικά τα δάση το Antinero;», Popaganda, 01/10/2024· και «Φάκελος Antinero Μέρος Γ’: “Καταστρατηγείται η περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ, με χρήματα που μας δίνει η ίδια”», Popaganda, 04/10/2024.

13. Green Agenda, «Σκυλακάκης: Εδώ και πολλές δεκαετίες δεν υπάρχει διαχείριση στα δάση της Αττικής», 21/08/2024

14. Για τις δαπάνες μισθώσεων εναέριων μέσων 2020–2023, τα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί αναφέρουν 54 εκατ. ευρώ το 2020, 78,2 εκατ. ευρώ το 2021, 75,9 εκατ. ευρώ το 2022 και 101,2 εκατ. ευρώ το 2023, με αύξηση των μισθωμένων εναέριων μέσων από 21 σε 51. Για το 2024, τα οριστικά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αναφέρουν πληρωμή 164 εκατ. ευρώ για μισθώματα εναέριων μέσων του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας. Το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ» έχει παρουσιαστεί ως εξοπλιστικό πρόγραμμα Πολιτικής Προστασίας ύψους 2,1 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 υπεγράφη σύμβαση 311,2 εκατ. ευρώ για οκτώ ελικόπτερα Airbus H215.

15. Για τη Βόρεια Εύβοια και τις εκκενώσεις προς παραλίες το 2021, βλ. ενδεικτικά δημοσιεύματα της 6ης Αυγούστου 2021 για την Αγία Άννα και τις απομακρύνσεις με πλωτά μέσα προς Μαντούδι, καθώς και αναφορές για εκκενώσεις από παραλίες στη Βόρεια Εύβοια και μαρτυρίες κατοίκων.

16. Ο Ν. 3938/2011 δημιούργησε την κατηγορία των Πυροσβεστών Πενταετούς Υποχρέωσης, με 4.000 οργανικές επί θητεία θέσεις. Οι πυροσβέστες αυτοί προσλαμβάνονταν με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου για πενταετή θητεία, με δυνατότητα ανανέωσης. Το 2018, 2.186 πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης εντάχθηκαν στο μόνιμο πυροσβεστικό προσωπικό από την 1η Απριλίου, βάσει Κοινής Υπουργικής Απόφασης.

17. Το 2019 ανακοινώθηκε η πρόσληψη 1.500 εποχικών πυροσβεστών με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας έξι μηνών. Για την περίοδο 2019–2024, το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας αναφέρει ότι οι εποχικοί πυροσβέστες προσλαμβάνονταν για έξι μήνες ανά έτος, με δυνατότητα επαναπρόσληψης έως πέντε συνεχείς αντιπυρικές περιόδους.

18. Για τις κινητοποιήσεις των εποχικών πυροσβεστών στις 31 Οκτωβρίου 2024, λήξη συμβάσεων περίπου 2.500 εποχικών, αίτημα για δωδεκάμηνη εργασία, χρήση χημικών από τα ΜΑΤ, τραυματισμούς και συλλήψεις. Το ίδιο υπουργείο αναφέρει ότι μέρος των εποχικών είχε αξιοποιηθεί ως δεξαμενή για προσλήψεις στις ΕΜΟΔΕ.

19. Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 117 παρ. 3: δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστρέφονται από πυρκαγιά ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν τον προηγούμενο χαρακτήρα τους, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *